Κυριακή 5 Απριλίου 2009

Στρατιωτικοί εξοπλισμοί και οικονομική κρίση
 Όταν το «βούτυρο» νικάει τα «κανόνια».


Η οικονομική ύφεση που μαστίζει την υφήλιο έχει επηρεάσει όλους τους τομείς της οικονομικής ζωής του κόσμου. Ένας από αυτούς, ο οποίος μάλιστα ήταν ανέκαθεν ένας από τους πλέον «χρηματοβόρους» είναι και ο τομέας των στρατιωτικών εξοπλισμών.

Από την πρώτη μέρα αναφοράς του όρου «οικονομική κρίση» στα ΜΜΕ, στρατιωτικοί και πολιτικοί αναλυτές ανά τον κόσμο ασχολούνται με το εξής πρόβλημα: την εξισορρόπηση ανάμεσα στην ελάττωση των εξόδων που συνεπάγεται η συντήρηση μιας πολεμικής μηχανής (στα πλαίσια των διεθνών μέτρων σταθεροποίησης της οικονομίας) και την αύξηση της αποτελεσματικότητάς της, προκειμένου να αποφευχθούν μεταβολές στα διεθνή γεωπολιτικά δεδομένα. Ωστόσο, τα πράγματα φαίνονται να είναι πολύ πιο δύσκολα από ό,τι αναμενόταν αρχικά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ισχυρότερη πολεμική μηχανή του πλανήτη: ο λόγος φυσικά για τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ. Από τις αρχές του 21ου αιώνα μέχρι σήμερα, οι αμυντικές δαπάνες σημείωσαν μια άνευ προηγουμένου άνοδο: 70% από το 2001 μέχρι το 2009, χωρίς να συνυπολογίζονται οι δαπάνες για τη συντήρηση/ βελτίωση του πυρηνικού οπλοστασίου και τα 12 δισεκατομμύρια το μήνα που υπολογίζονται ως το κόστος του «Πολέμου ενάντια στην Τρομοκρατία». Η ενίσχυση παλαιών στρατιωτικών «αουτσάιντερς», όπως η Κίνα και η Ινδία, έδωσαν στους υποστηρικτές των εξοπλισμών όλα τα επιθυμητά επιχειρήματα για να προωθήσουν τα προγράμματα που θα διασφάλιζαν την παρουσία των ΗΠΑ στην πρώτη θέση της κατάταξης στρατιωτικής ισχύος.

Με την έλευση της οικονομικής κρίσης, τα δεδομένα αυτά άλλαξαν. Η ύφεση, σε συνδυασμό με τις αυξομειώσεις στις τιμές του πετρελαίου έπαιξε το ρόλο της, με αποτέλεσμα αυτή τη στιγμή οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις να αρκούνται στον «πενιχρό» (σε σχέση με τα μέχρι τώρα δεδομένα) προϋπολογισμό των 535 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η κυβέρνηση Ομπάμα έρχεται αντιμέτωπη με αρκετές προκλήσεις στον τομέα των εξοπλισμών: η πρώτη είναι να ανταπεξέλθει στα δεδομένα που κληρονόμησε από την κυβέρνηση Μπους (Ιράκ, Αφγανιστάν). Ο πρόεδρος Ομπάμα είχε ανακοινώσει πως θα προβεί σε ενίσχυση του στρατού ξηράς με προσωπικό 65.000 ατόμων, και το Σώμα Πεζοναυτών με 27.000. Ουσιαστικά πρόκειται για τη συνέχιση ενός προγράμματος που είχε προταθεί από την κυβέρνηση Μπους το 2007.

Η δεύτερη πρόκληση αφορά στην επανεκτίμηση των προγραμμάτων όπλων νέας γενιάς των ΗΠΑ. Πρόκειται για το πρόγραμμα εφοδιασμού της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας με το 5ης γενεάς μαχητικό F-22 (ύψους 67 δισεκατομμυρίων δολαρίων), για το Transformational Satellite System (Μετατρεπόμενο Σύστημα Δορυφόρων), ένα νέο σύστημα επικοινωνίας σε τροχιά (18 δισεκατομμύρια), τα μελλοντικά προγράμματα εξοπλισμού του στρατού ξηράς (161 δισεκατομμύρια), το πρόγραμμα Joint Strike Fighter, με σκοπό την ανάπτυξη ενός δεύτερου μαχητικού νέας γενεάς (300 δισεκατομμύρια) και το πρόγραμμα DDG 1000 Zumwalt για τα νέα αντιτορπιλικά του ναυτικού (27 δισεκατομμύρια).

Αναμένεται πως θα επέλθουν σημαντικές περικοπές στα παραπάνω προγράμματα: ήδη εκπρόσωποι του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού τις έχουν ανακοινώσει όσον αφορά τα νέα αντιτορπιλικά.

Σχετικά με τα «αντίπαλα δέη» : η Ρωσία, παρά τις αρχικές κινήσεις προς την κατεύθυνση της επαναφοράς της πολεμικής της μηχανής στα δεδομένα της ΕΣΣΔ, αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τόσο στα εξοπλιστικά της προγράμματα όσο και στις εξαγωγές οπλικών συστημάτων (καθώς μικραίνουν οι οικονομικές δυνατότητες των εν δυνάμει πελατών). Η Ινδία, παρά τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται η οικονομία της, έχει ανακοινώσει πως θα ανεβάσει το στρατιωτικό της προϋπολογισμό κατά 40 δισεκατομμύρια δολάρια, καθώς αντιμετωπίζει εσωτερικές και εξωτερικές απειλές (η Κίνα και το Πακιστάν ξοδεύουν το 4% του ΑΕΠ τους για εξοπλισμούς, εν αντιθέσει με την Ινδία που το αντίστοιχο ποσοστό είναι 2%).

Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, θεωρούμενη ως η πλέον ανερχόμενη στρατιωτική δύναμη στον πλανήτη, κινείται στα ίδια πλαίσια: παρά την οικονομική κρίση και την πτώση των αγορών της, οι αμυντικές δαπάνες ανεβαίνουν συνεχώς, με τον προϋπολογισμό της να ανεβαίνει στα 100-180 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2010.

Το λογικό συμπέρασμα είναι ότι, λαμβάνοντας πλέον ως δεδομένο πως η οικονομική κρίση θα συνεχιστεί για άλλον ένα χρόνο, οι στρατιωτικές δαπάνες κάποια στιγμή σύντομα θα μείνουν αναγκαστικά στάσιμες. Εκτός βέβαια αν η οικονομική κρίση κάποια στιγμή γίνει και στρατιωτική.

www.kathimerini.gr

http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathremote_1_01/04/2009_273626


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου