Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Η εύγλωττα ένοχη αποσιώπηση

ναρτήθηκε στς  π τν/τν filologos10


Tου Χρηστου Γιανναρα
Το έγκλημα της «έσχατης προδοσίας» προτού να είναι νομικός καταλογισμός, είναι πράξη – συντελεσμένη, κοινωνικά πιστοποιούμενη. Αν σκοπιμότητες επιβάλλουν να μη λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, δεν σημαίνει ότι μπορούμε και να εξαλείψουμε τα πράγματα, τα πεπραγμένα της έσχατης προδοσίας.
Προδοσία θα πει: προδίδω, παραδίδω, καταδίδω φίλο, ευεργέτη, πολύτιμο κληροδότημα σε εχθρό, αντίπαλο, άνθρωπο επίβουλο και δόλιο. Το κάνω εισπράττοντας αμοιβή, «ξεπουλάω» ιερά και όσια, για χυδαίο ατομικό συμφέρον. Και «έσχατη» προδοσία, κορύφωμα, σε υπέρτατο βαθμό προδοσία, είναι να ξεπουλάω από ιδιοτέλεια την ίδια μου την πατρίδα: Την κοινωνία που με γέννησε, τη γλώσσα που με δόμησε λογικό υποκείμενο, την ιστορική συνείδηση που με μπολιάζει αυτοσεβασμό και αξιοπρέπεια. Ξεπουλάω, σε αλλότρια συμφέροντα, εδάφη ή θάλασσες που δεν είναι υλική απλώς κοινή περιουσία, αλλά κοιτίδες και όρια πολιτισμού, μήτρες που γέννησαν «νόημα» βίου, πανανθρώπινα μέτρα και στόχους συλλογικότητας.
Εσχατο έγκλημα να προδίδω την πατρίδα μου για να κερδίσω αξιώματα, αλλοδαπή υποστήριξη προκειμένου να αναρριχηθώ στην εντόπια εξουσία. ΄Η και μόνο για χρήματα. Να συμπράττω με ξενικά συμφέροντα, επίβουλη ιδιοτέλεια αλλογενών, να ξεγελάω ομόγλωσσους, ομόρριζους συμπατριώτες που με εμπιστεύονται και με τιμούν. Να τους παραδίνω ανυποψίαστους στην εκμετάλλευση και απληστία των εντολέων πατρώνων μου.
Ομως, για να κριθεί ως ειδεχθής συμπεριφορά η προδοσία και έγκλημα στυγερό η «έσχατη» (της πατρίδας) προδοσία, προϋποτίθεται κοινή και προηγμένη «αίσθηση» πατρίδας, αίσθηση του «ιερού», της τιμής, της αξιοπρέπειας, της φιλίας, της εμπιστοσύνης, της ευεργεσίας. Οταν ο Αισχύλος λέει: «Τους γαρ προδότας μισείν έμαθον» (Προμηθέας Δεσμώτης 1068), συνοψίζει μια κοινή «αίσθηση», ένα συλλογικό αισθητήριο κρίσης και αξιολόγησης της ανθρώπινης ποιότητας. Για να οικοδομηθεί αυτό το κοινό αισθητήριο χρειάζονται αιώνες κοινωνικής καλλιέργειας, ενώ, για να «αποδομηθεί», δεν απαιτούνται παρά ελάχιστα χρόνια και κυβερνήσεις εντολοδόχων τσαρλατάνων.
Βέβαια η «αίσθηση» πατρίδας προϋποθέτει για τον Ελληνα, τουλάχιστον και Ελληνίδα μάνα, ελληνίδα γλώσσα μητρική, παιδικά βιώματα αναστροφής με ινδάλματα ηρώων, σαρκωμένη τη γενναιότητα, την αυτοθυσία, την ασυμβίβαστη επιλογή «ελευθερία ή θάνατος» σε μυθικά και ιστορικά πρόσωπα – από τον Ηρακλή και τον Θησέα ώς τον Κολοκοτρώνη, τον Νικηταρά, τον Σαμουήλ στο Κούγκι. Πλάθεται ο αποτροπιασμός για την προδοσία με αρχέτυπα φιλοπατρίας και αυταπάρνησης, όπως και με εικόνες, οσμές, αφή της ιδιαιτερότητας του ελληνικού τοπίου, εγκεντρισμό βιωματικό σε «νόημα» της κοινωνίας του βίου που αντλείται από το έμπρακτο, σε ήθη και έθιμα, κάλλος εμπειρικής μεταφυσικής παράδοσης.
Στο σημερινό εν Ελλάδι καθεστώς της προεδρευόμενης (διακοσμητικά) Κομματοκρατίας το ενδεχόμενο της έσχατης προδοσίας έχει απαλειφθεί από το Σύνταγμα – αναφέρεται μόνο στο πρόσωπο του απογυμνωμένου από κάθε πολιτική ευθύνη Προέδρου της Δημοκρατίας!
Φανερά και ομολογημένα έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους τα κόμματα την απόλυτη απαγόρευση χρήσης του όρου «έσχατη προδοσία», σε οποιαδήποτε περίπτωση. Ακόμα κι όταν πρόκειται για κλοπή δημόσιου χρήματος προορισμένου για την αγορά αμυντικού εξοπλισμού της χώρας (αεροπλάνων, υποβρυχίων, αρμάτων μάχης) ή όταν υπογράφει πρωθυπουργός την παραίτηση της χώρας από το κυριαρχικό δικαίωμα υποθαλάσσιων ερευνών στα χωρικά ύδατα (ακόμα και στο Ιόνιο), όπως και από το δικαίωμα να υψώνεται σημαία σε οποιαδήποτε βραχονησίδα του Αιγαίου, ή για τη συναίνεση και προπαγανδιστική στήριξη σχεδίου εξάλειψης της ελληνικότητας της Κύπρου (του Σχεδίου Ανάν) κ. λπ. κ. λπ.
Θα είχε τεράστια σημασία για την αξιοπιστία και λειτουργικότητα του πολιτικού συστήματος η συνταγματική πρόβλεψη της «έσχατης προδοσίας», με ταυτόχρονη πρόνοια ενδεχόμενης αμνήστευσης προσώπων για το κορυφαίο αυτό των αντικοινωνικών εγκλημάτων, και όχι αποσιωπώντας το έγκλημα. Για να επουλώσει ο «εθνάρχης» Καραμανλής τις πληγές του αδελφοκτόνου σπαραγμού που προκάλεσε η ένοπλη ανταρσία του ΚΚΕ, δεν αρκέστηκε στη γενική αμνηστία. Νομιμοποίησε την ανταρσία, δηλαδή τον θεσμό (το κόμμα), που το καταστατικό του επιβάλλει να στοχεύει πάντοτε στην ανταρσία: στην κατάλυση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στον ολοκληρωτισμό της «δικτατορίας του προλεταριάτου». Ετσι στέρησε ο «εθνάρχης» την Ελλάδα από τη δυνατότητα η πολιτική δυναμική της Αριστεράς να υπηρετεί τίμια τη δημοκρατία, να είναι αληθινά κοινωνιοκεντρική.
Γι’ αυτό δεν υπάρχει και συνταγματικό περιθώριο να ελεγχθούν, να καταδικαστούν ή να αμνηστευθούν, και τα καμώματα του σημερινού, απελπιστικά μειονεκτικού, πρωθυπουργού μας: Θα άξιζε να διερευνηθεί δικαστικά το περιεχόμενο των επαφών του με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (με τον Paul Thomsen, δύο μήνες πριν από την ανάληψη της πρωθυπουργίας, και με τον Dominique Strauss-Kahn, λίγο μετά την ανάληψη). Αν μπορούν να συσχετιστούν αυτές οι τόσο έγκαιρες (με πρεμούρα που εκπλήσσει) επαφές (και μάλιστα, εν αγνοία των Βρυξελλών) με την εν συνεχεία παράδοσή του άνευ όρων στην τρόικα, δηλαδή στη συνταγή «θεραπείας» της ελληνικής οικονομίας με βάση τα πιο απάνθρωπα μέτρα αχαλίνωτου νεοφιλελευθερισμού. Θα άξιζε να διευρευνηθεί ο συσχετισμός, μήπως και στοιχειοθετεί το ενδεχόμενο, η άνευ όρων υποταγή στον εφιάλτη να ήταν έγκαιρα εντεταλμένη και οι εντολοδόχοι ακόμα πιο έγκαιρα επιλεγμένοι.
Παρά τη μεθοδική, πολύχρονη προσπάθεια να απαλειφθεί από το λεξιλόγιο των σημερινών Ελλήνων το σημαίνον «έσχατη προδοσία», έχει ζωτική σημασία να πιστοποιηθεί το πεπραγμένο σημαινόμενο. Το να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, είναι ο ρεαλιστικότερος προσδιορισμός της ελευθερίας. Η έμπρακτη απόδειξη αυτοσεβασμού και αξιοπρέπειας.


«Την κοινωνία που με γέννησε, τη γλώσσα που με δόμησε λογικό υποκείμενο, την ιστορική συνείδηση που με μπολιάζει αυτοσεβασμό και αξιοπρέπεια.» Επί της προκείμενης ρήσης επισημαίνω ότι στην παρούσα κυβέρνηση υπάρχουν άτομα που δεν τους γέννησε η ελληνική κοινωνία, ούτε η ελληνική γλώσσα τους δόμησε σε λογικά υποκείμενα και μη γνωρίζοντας την ελληνική ιστορία δεν έχουν μπολιαστεί με αυτοσεβασμό και αξιοπρέπεια.
«... να ξεγελάω ομόγλωσσους, ομόρριζους συμπατριώτες που με εμπιστεύονται και με τιμούν.» Και σ’ αυτήν την αποστροφή του κειμένου παρατηρώ ότι όροι «ομόγλωσσους» και «ομόρριζους» είναι αδόκιμοι και μη συμβατοί, για ορισμένους από τους ταγούς μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου