Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Παρέμβαση Β. Μαρκεζίνη: Ποιος φοβάται τις εκλογές;

Βασίλειος Μαρκεζίνης
Ακαδημαϊκός
Ο τίτλος αυτού του άρθρου αντικατοπτρίζει ένα από τα παράδοξα που αντιμετωπίζει η σύγχρονη Ελλάδα. Πράγματι, καθώς η χώρα μας ετοιμάζεται να λάβει μια σειρά από μέτρα απίστευτης σκληρότητας, τα οποία επιπλέον θα την εγκλωβίσουν επί πολλά χρόνια, η άρχουσα ελίτ του πολιτικού μας κόσμου, μαζί με τα άλλα οικονομικά κατεστημένα που κακοκυβερνούν τη χώρα μας εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία –ή και περισσότερο, σύμφωνα με ορισμένους σχολιαστές–, προσπαθούν καθημερινά να αναβάλουν τη διεξαγωγή των εκλογών. Το γεγονός ότι αυτές οι οδυνηρές αποφάσεις μπορούν να ληφθούν, και θα ληφθούν, από βουλευτές και πολιτικά κόμματα που, στην πειοψηφία τους ξεκάθαρα δεν αντιπροσωπεύουν τη βούληση του ελληνικού λαού διόλου δεν εμποδίζει αυτή την κατηγορία ανθρώπων, ειδικά από τον χώρο του Τύπου, να θεωρεί ότι είναι δικαίωμά της να διορίζει η ίδια την κυβέρνηση της χώρας. Η τελευταία φορά που εφαρμόστηκε αυτή η πρακτική, οδηγώντας τη χώρα σε καταστροφικά αποτελέσματα, ήταν το 1965, αν και ορισμένοι πιστεύουμε ότι δεν μπορεί να επαναληφθεί σήμερα ένα τέτοιο εχείρημα. Πώς εξηγείται όμως η σημερινή απροθυμία να ανατεθεί η λήψη αποφάσεων σε μια Βουλή εκλεγμένη από τον λαό; Τα διάφορα τμήματα της κοινωνίας δίνουν διαφορετικές απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα.

  ------------------------------

Η πρώτη ομάδα που εναντιώνεται στη διεξαγωγή εκλογών περιλαμβάνει πολιτικούς όλων των πολιτικών αποχρώσεων (εξαιρουμένης της Αριστεράς) οι οποίοι ξέρουν καλά πως δεν πρόκειται να επανεκλεγούν. Από αριθμητική άποψη, η ομάδα αυτή δεν είναι μεγάλη∙ φροντίζει, όμως, μέσω των ΜΜΕ, να κάνει πολύ θόρυβο. Στην ομάδα αυτή οφείλουμε να προσθέσουμε τα ΜΜΕ και ορισμένα άλλα τμήματα των κατεστημένων που κυβερνούν την Ελλάδα. Διότι όλοι τους επιδιώκουν να διατηρηθεί πάση θυσία η πολύ βολική σχέση που έχουν με τον ετοιμοθάνατο πολιτικό κόσμο, τουλάχιστον μέχρι να διαμορφώσουν ένα νέο, πειθήνιο υποκατάστατό του.
Πολλά από τα μέλη αυτής της ομάδας θεωρούν «κατάλληλο» τον κ. Παπαδήμο, προκειμένου να επιτύχουν τον στόχο τους. Δυστυχώς, όμως, μέχρι τώρα, το μόνο που έχει καταφέρει ο Έλληνας πρωθυπουργός είναι να μην «ενοχλήσει» ιδιαίτερα τον λαό, και όχι να δώσει δείγματα γνήσιου ηγέτη. Επί του παρόντος, λοιπόν, ο στηρίζων Τύπος ενισχύει αυτή την τεχνητή εικόνα!
Εντούτοις, αν και αυτά τα «άχρωμα» χαρακτηριστικά είναι ελκυστικά σε περιόδους πολιτικής νηνεμίας, είναι εντελώς ακατάλληλα για περιόδους μεγάλων κρίσεων, στις οποίες ο πραγματικός ηγέτης οφείλει να εμπνέει και να βοηθάει τον πολιορκημένο λαό του. Έτσι, οι εν λόγω παρασκηνιακοί παράγοντες θεωρούν ότι μπορούν να διαμορφώσουν μια κάποια ομάδα γύρω από τον τεχνοκράτη πρωθυπουργό, αποτελούμενη, φέρ’ ειπείν, από ένα ετερόκλητο σύνολο γνωστών, σχετικά γνωστών και παντελώς άγνωστων φιλελευθεριζόντων πανεπιστημιακών, «αυθεντιών»του ΕΛΙΑΜΕΠ, οπαδών του Σχεδίου Ανάν και «ασυνήθιστων» εκπροσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι άνθρωποι όμως που χρειάζεται πραγματικά η χώρα μας –οι επιτυχημένοι επιχειρηματίες– δεν έχουν ακόμη περιληφθεί στους υποστηρικτές της νέας ομάδας, κίνησης, ή κομματικής παράταξης η οποία –ελπίζουν– θα θέσει τελικά εκτός μάχης τον «ενοχλητικό κύριο Σαμαρά», τον οποίο, προφανώς, δεν μπορεί να ελέγξει!

-------------------------------

Η δεύτερη ομάδα ατόμων που φαίνεται να διαφωνεί με τη διεξαγωγή εκλογών αποτελείται από απλούς πολίτες, τα βάσανα των οποίων πολλαπλασιάζονται καθημερινά κατά τρόπο απαράδεκτο. «Τι μπορεί ακόμη να μας συμβεί εάν γίνουν εκλογές;», αναρωτιούνται οι αδικημένοι, οι ταλαιπωρημένοι, οι υποφέροντες. Και κάποιοι τούς φοβίζουν: «Προσέξτε, θα επιστρέψουμε στη δραχμή
Πράγματι, η πολυσυζητημένη αυτή επιστροφή θα αποτελούσε μια εξέλιξη γεμάτη κινδύνους και δυσκολίες. Ποιος όμως έχει θελήσει να παρουσιάσει στον λαό μια διεξοδική συγκριτική μελέτη για το πόσο διαφορετική, ή ανεπιθύμητη, θα ήταν μια τέτοια κίνηση σε σχέση με τη σχεδιαζόμενη υποδούλωσή μας για τα επόμενα δέκα, δεκαπέντε χρόνια,μόνο και μόνο για να μείνουμε στο ευρώ;
Και κάτι ακόμη πιο σημαντικό: όσοι υποστηρίζουν την παραμονή μας στο ευρώ πιστεύουν ειλικρινά ότι είναι όντως εφικτή αυτή η παραμονή; Μήπως θα ήταν πιο ρεαλιστικό, αντί να ρωτάμε αν θέλουμε εμείς να βγούμε από το ευρώ, να διερωτηθούμε επί πόσο ακόμη καιρό θα θέλουν οι Ευρωπαίοι να μας κρατούν στο ευρώ;
Πού οφείλεται λοιπόν η διάχυτη, μελαγχολική αδιαφορία προς μιαν απόφαση τόσο ζωτική σημασίας όσο είναι η διεξαγωγή εκλογών;
Κατά την άποψή μου, ο βασικός λόγος σχετίζεται με την εξουθένωση, την πλήρη απάθεια, στην οποία έχει βυθίσει τον λαό η διετία της κυβέρνησης Παπανδρέου. Μια μέρα, οι κοινωνιολόγοι και οι πολιτικοί επιστήμονες πρέπει να εξετάσουν τον αδίστακτο και μελετημένα ψυχοφθόρο τρόπο με τον οποίο η τελευταία κυβέρνηση υπονόμευσε το πνεύμα και την αυτοπεποίθηση του μέσου Έλληνα πολίτη, προκειμένου να εξασφαλίσει την παθητική του στάση απέναντι σε μια σειρά άδικων αποφάσεων, οι οποίες επιβλήθηκαν από το εξωτερικό και εφαρμόστηκαν ανεπιτυχώς από διχασμένους και συνεχώς διαπληκτιζόμενους πολιτικούς που σήμερα εμφανίζονται ως ανανεωμένοι δελφίνοι! Ακόμη και ο προκάτοχος του κ. Παπανδρέου ετοιμάζεται να μας εξηγήσει πού έσφαλε ο διάδοχός του, στοχεύοντας Κύριος οίδε σε τι όφελος για τον εαυτό του.
Οι σοβαροί παρατηρητές πρέπει επίσης να σκεφτούν πολύ προσεκτικά κατά πόσον η συνεχής καθοδική πορεία στην οποία εξώθησαν τη χώρα μας η Τρόικα και οι εγχώριοι οπαδοί της μπορεί να κρατήσει για πάντα ή μήπως πλησιάζει η στιγμή που θα ξεσπάσει στους δρόμους ένας πραγματικός και –πολύ φοβάμαι αιματηρός και εκτεταμένος ξεσηκωμός.
Μπορεί να προειδοποιούμε για αυτό το ενδεχόμενο∙ μπορεί να προβλέπουμε και να ανησυχούμε για τα φοβερά επακόλουθα που θα είχε κάτι τέτοιο∙ ποιος όμως μπορεί, με το χέρι στην καρδιά, να ισχυριστεί ότι ο εξαθλιωμένος λαός δεν θα έχει δίκιο εάν, πολύ σύντομα, επιτρέψει στη φτώχεια του να υπερισχύσει της λογικής του;
Τα ΜΜΕ που ασκούν πιέσεις προκειμένου η κυβέρνηση να περάσει στα χέρια των ευνοουμένων τους σπανίως συζητούν πόσο ακόμη μπορεί να διαρκέσει η επισφαλής ηρεμία της σημερινής κατάστασης. Ας το ξανασκεφτούν όμως: Ποιος είναι ικανοποιημένος από την κατάσταση αυτήν; Το συνεχώς αυξανόμενο πλήθος των ανέργων; Ο αυξανόμενος αριθμός των ζητιάνων στους δρόμους; Η αγορά που έχει στεγνώσει από ρευστό και βλέπει τα εμπορικά καταστήματα να κλείνουν το ένα μετά το άλλο; Τα μόνιμα θύματα, οι συνταξιούχοι; Οι πολίτες που συναλλάσσονται με μιαν αποθαρρυμένη και, ενίοτε, εντελώς απρόθυμη γραφειοκρατία; Ή μήπως, τέλος, οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, που πρόκειται σύντομα και αυτοί να βιώσουν τη βαναυσότητα που κατά κανόνα συνοδεύει τις απαιτήσεις του κυρίου Τόμσεν;

--------------------------

Όλα αυτά μάς επαναφέρουν στις διαρκώς επαναλαμβανόμενες απειλές για το μέλλον μας στην Ευρώπη, το ευρώ κ.ο.κ. Έχω θίξει αυτό το θέμα τόσο στην αρχή αυτού του άρθρου όσο και σε διάφορα άλλα κείμενά μου. Θα ήθελα ωστόσο να κλείσω θέτοντας τα ακόλουθα ζητήματα.
Κάθε ευφυής ή πονηρός δημοσιογράφος είναι πράγματι σε θέση να διατυπώσει επιχειρήματα τα οποία ο μέσος ή και ο καλλιεργημένος αναγνώστης ενδέχεται να αποδεχτεί ανεξέταστα. Και πράγματι, η δημοσιογραφική προπαγάνδα που «προβάλλει» συγκεκριμένους πολιτικούς ή διανοουμένους μπορεί να λειτουργήσει επί ένα διάστημα. Οι άνθρωποι, όμως, που κρατούν τη δημοσιογραφική πένα και σχεδιάζουν περίτεχνα τη δημόσια εικόνα αυτών των ατόμων δεν μπορούν άραγε να συνειδητοποιήσουν ότι η δημοσιότητα δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να«πουληθεί» ένα προϊόν; Δεν καταλαβαίνουν άραγε ότι το κοινό έχει ήδη αγοράσει «προϊόντα» που έχουν αποδειχθεί δυσλειτουργικά  για να μην πω: άχρηστα ή επικίνδυνα;
Δεν είναι, λοιπόν, καιρός να πούμε στους Έλληνες τι ακριβώς είναι αυτό που εμποδίζει τις διαπραγματεύσεις για το PSI; Δεν είναι καιρός να τους προειδοποιήσουμε ότι δεν πρέπει να θέσουν τους πόρους τους –σημερινούς και μελλοντικούς– στη δικαιοδοσία ξένων δικαστηρίων; Δεν πρέπει να τους πούμε ότι αυτές οι εσπευσμένες κινήσεις επιβάλλονται από τους ξένους «φίλους» μας, οι οποίοι προσπαθούν να υψώσουν προστατευτικά «αναχώματα» γύρω τους, προτού τους πνίξει και αυτούς η ελληνική πλημμύρα; Κι ακόμη: δεν οφείλουμε άραγε να πούμε στους Έλληνες ότι ο μόνος τρόπος για να νικήσουμε τους κερδοσκόπους είναι να είμαστε εξίσου επινοητικοί, ευκίνητοι, απρόβλεπτοι και ανεξάρτητοι με αυτούς; Ας δοκιμάσουμε κάτι νέο, ας προσπαθήσουμε να δείξουμε ανεξαρτησία και φαντασία, και ίσως τότε δούμε τους κερδοσκόπους να μας αφήνουν ήσυχους, για να στραφούν σε νέους στόχους.
Άμεση απαλλαγή από τους κερδοσκόπους και την Τρόικα: αυτός θα έπρεπε να είναι ο στόχος μας! Είναι ανέφικτος; Ναι, αλλά μόνον αν δεν σκεφτόμαστε πρωτότυπα και παραμένουμε προσηλωμένοι σε πολιτικές και προκαταλήψεις του παρελθόντος.
Θεωρώ ότι κανείς δεν μπορεί να αντικρούσει αυτό το επιχείρημα,ακριβώς διότι ποτέ μέχρι τώρα δεν έχουμε δοκιμάσει έναν εναλλακτικό τρόπο σκέψης!

Υ.Γ.: Μετά την αποστολή του κειμένου προς δημοσίευση ο κυριακάτικος Τύπος δημοσίευσε απόσπασμα λόγου της κυρίας Άννας Διαμαντοπούλου, όπου, σύμφωνα με το Έθνος –http://www.ethnos.gr/article.csp?catrid=22767&subid+28pubid=636055895 – «Κυβέρνηση προγραμματικής συμφωνίας και με πρωθυπουργό τύπου Παπαδήμου προτείνει η Άννα Διαμαντοπούλου για την επομένη των εθνικών εκλογών και ανεξαρτήτως αποτελέσματος». Κάθε πρόβλεψη προσεχούς εκλογικού αποτελέσματος είναι παρακινδυνευμένη, ιδίως από βουλευτή που πιθανώς να μην επανεκλεγεί λόγω της διαφαινομένης μεγάλης ήττας του κόμματός της – εκτός, βεβαίως, αν η καθυστέρηση των εκλογών καλυτέρευε την εκλογική του τύχη. Ωστόσο, το να υποδηλώνει κανείς και τι είδους πρωθυπουργός πρέπει να διοριστεί μετά τις εκλογές όχι μόνο δείχνει περιφρόνηση για τα δικαιώματα της νέας Βουλής, αλλά και εξασθενημένο, ίσως, αίσθημα δημοκρατικότητας ως προς τους θεσμούς μας.Πράγματι, μια τέτοια θέση θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένδειξη ότι μερικοί από τους βουλευτές μας αρχίζουν να συνηθίζουν στην ιδέα μη πολιτικώς εκλεγμένων πρωθυπουργών, προτιμώντας πρωθυπουργούς που τυγχάνουν της υποστήριξης γνωστών (και αγνώστων) κατεστημένων. Μήπως όμως κάτι τέτοιες τάσεις, μια μέρα, όταν ο λαός αντιδράσει στην απίστευτη κακουχία που του επιβάλλει και η παρούσα κυβέρνηση αλλά και η «φίλη» Τρόικα, οδηγήσουν μερικούς πολιτικούς να εισηγηθούν ακόμη και διακυβέρνηση μέσω του άρθρου 48 του Συντάγματος; Προτού σπεύσουν,λοιπόν, κάποιοι καλοθελητές να κατηγορήσουν τον γράφοντα για λαϊκισμό –που πάντα αποτελεί τον ευκολότερο τρόπο απάντησης για όσους στερούνται επιχειρημάτων–, μήπως θα έπρεπε να λάβουν υπόψη τι μας διδάσκει η ιστορία για τις «ολισθήσεις» από τη δημοκρατία σε(απροκάλυπτα ή συγκαλυμμένα) αυταρχικά καθεστώτα;


1 σχόλιο:

  1. Σύνταγμα:'Αρθρο 48: (Κατάσταση πολιορκίας)

    1. Σε περίπτωση πολέμου, επιστράτευσης εξαιτίας εξωτερικών κινδύνων ή άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας, καθώς και αν εκδηλωθεί ένοπλο κίνημα για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος, η Bουλή, με απόφασή της, που λαμβάνεται ύστερα από πρόταση της Kυβέρνησης, θέτει σε εφαρμογή, σε ολόκληρη την Eπικράτεια ή σε τμήμα της, το νόμο για την κατάσταση πολιορκίας, συνιστά εξαιρετικά δικαστήρια και αναστέλλει την ισχύ του συνόλου ή μέρους των διατάξεων των άρθρων 5 παράγραφος 4, 6, 8, 9, 11, 12 παράγραφοι 1 έως και 4, 14, 19, 22 παράγραφος 3, 23, 96 παράγραφος 4 και 97. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας δημοσιεύει την απόφαση της Bουλής.
    Mε την απόφαση της Bουλής ορίζεται η διάρκεια ισχύος των επιβαλλόμενων μέτρων, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί τις δεκαπέντε ημέρες.
    2. Σε περίπτωση απουσίας της Bουλής ή αν συντρέχει αντικειμενική αδυναμία να συγκληθεί εγκαίρως, τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου λαμβάνονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Yπουργικού Συμβουλίου. Tο διάταγμα υποβάλλεται από την Kυβέρνηση στη Bουλή για έγκριση μόλις καταστεί δυνατή η σύγκλησή της, ακόμη και αν έληξε η βουλευτική περίοδος ή η Bουλή έχει διαλυθεί, και πάντως μέσα σε δεκαπέντε ημέρες το αργότερο.
    3. H διάρκεια των κατά τις προηγούμενες παραγράφους μέτρων μπορεί να παρατείνεται ανά δεκαπενθήμερο μόνο με προηγούμενη απόφαση της Bουλής, η οποία συγκαλείται ακόμη και αν έχει λήξει η βουλευτική περίοδος ή η Bουλή έχει διαλυθεί.
    4. Tα κατά τις προηγούμενες παραγράφους μέτρα αίρονται αυτοδικαίως με τη λήξη των προθεσμιών που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, εφόσον δεν παρατείνονται με απόφαση της Bουλής, και σε κάθε περίπτωση με τη λήξη του πολέμου, εφόσον είχαν επιβληθεί εξαιτίας πολέμου.
    5. Aφότου αρχίσουν να ισχύουν τα μέτρα των προηγούμενων παραγράφων ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ύστερα από πρόταση της Kυβέρνησης, μπορεί να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, για να αντιμετωπιστούν επείγουσες ανάγκες ή για να αποκατασταθεί ταχύτερα η λειτουργία των συνταγματικών θεσμών. Oι πράξεις αυτές υποβάλλονται για κύρωση στη Bουλή μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από τη σύγκλησή της σε σύνοδο και παύουν να ισχύουν στο εξής, αν δεν υποβληθούν στη Bουλή μέσα στις παραπάνω προθεσμίες ή δεν εγκριθούν από αυτή μέσα σε δεκαπέντε ημέρες αφότου υποβλήθηκαν.
    6. Oι κατά τις παραγράφους 2 και 3 αποφάσεις της Bουλής λαμβάνονται με την πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των βουλευτών και η κατά την παράγραφο 1 απόφαση με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του συνολικού αριθμού των βουλευτών. H Bουλή αποφασίζει σε μία μόνο συνεδρίαση.
    7. Σε όλη τη διάρκεια της εφαρμογής των μέτρων κατάστασης ανάγκης, τα οποία λαμβάνονται κατά το άρθρο αυτό, ισχύουν αυτοδικαίως οι διατάξεις των άρθρων 61 και 62 του Συντάγματος, ακόμη και αν διαλύθηκε η Bουλή ή έληξε η βουλευτική περίοδος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή